Το STAR μελέτησε τον τρόπο με τον οποίο μεταφέρεται ο βαρυονικός αριθμός σε συγκρούσεις ισοβαρών πυρήνων και σε φωτονουκλεϊκές αλληλεπιδράσεις. Ο βαρυονικός αριθμός είναι κβαντικός αριθμός που χαρακτηρίζει την ύλη όπως τα πρωτόνια και τα νετρόνια.
Η συμβατική απλοποιημένη εικόνα αποδίδει τον βαρυονικό αριθμό στα τρία σθένους κουάρκ ενός βαρυονίου. Τα αποτελέσματα του STAR, όμως, παρουσιάζουν μεγαλύτερο λόγο βαρυονικού αριθμού προς διαφορά ηλεκτρικού φορτίου και διαφορετική κατανομή καθαρών πρωτονίων από εκείνη που προβλέπουν μοντέλα βασισμένα αποκλειστικά στα σθένους κουάρκ. Τα ευρήματα δεν ευνοούν αυτή την εικόνα και είναι συμβατά με προσομοιώσεις που περιλαμβάνουν μια βαρυονική ή γλουονική junction.
Η junction είναι μια μη διαταρακτική, Y-σχήματος τοπολογία γλουονικών πεδίων που συνδέει τα τρία κουάρκ. Σε αυτή την περιγραφή, ο βαρυονικός αριθμός δεν είναι απλώς «μοιρασμένος» στα κουάρκ, αλλά συνδέεται κυρίως με τη δομή του πεδίου που τα ενώνει.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα κουάρκ παύουν να καθορίζουν το άρωμα ή το ηλεκτρικό φορτίο του πρωτονίου. Σημαίνει ότι μια θεμελιώδης ιδιότητα της βαρυονικής ύλης μπορεί να εξαρτάται από την τοπολογία του γλουονικού πεδίου. Η διατύπωση «υποδεικνύουν» είναι πιο ακριβής από τη διατύπωση «απέδειξαν»: οι διαθέσιμες αναλύσεις ευνοούν τη γλουονική junction, αλλά η ερμηνεία συνεχίζει να ελέγχεται πειραματικά και θεωρητικά.
Η QCD επιτρέπει, θεωρητικά, στα γκλουόνια να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και να σχηματίζουν δεσμευμένες καταστάσεις που ονομάζονται glueballs. Η πειραματική ταυτοποίησή τους είναι δύσκολη, επειδή τέτοιες καταστάσεις μπορούν να αναμειγνύονται με συνηθισμένα αδρόνια από κουάρκ και αντικουάρκ.
Το BESIII μελέτησε το X(2370), ένα σωματίδιο που είχε παρατηρηθεί για πρώτη φορά το 2011. Με πολύ μεγαλύτερο δείγμα δεδομένων, περίπου 10 δισεκατομμύρια γεγονότα J/ψ, προσδιόρισε για πρώτη φορά το spin-parity του ως 0⁻⁺ σε ανάλυση μερικών κυμάτων. Αυτές οι ιδιότητες είναι συμβατές με ένα ψευδοβαθμωτό glueball.
Η συνεργασία περιγράφει το X(2370) ως σωματίδιο που κυριαρχείται από ένα συστατικό ψευδοβαθμωτού glueball. Αυτή είναι η επιστημονικά προσεκτική διατύπωση. Δεν τεκμηριώνεται ακόμη ότι πρόκειται για ένα απολύτως «καθαρό» σωματίδιο αποτελούμενο μόνο από γκλουόνια, επειδή η ανάμειξη με καταστάσεις κουάρκ–αντικουάρκ αποτελεί βασικό μέρος της ερμηνείας των πραγματικών αδρονικών καταστάσεων. Η ανεξάρτητη επιβεβαίωση και η περαιτέρω σύγκριση με εναλλακτικά μοντέλα παραμένουν σημαντικές.
Τα τρία αποτελέσματα δεν μετρούν το ίδιο φαινόμενο. Το ALICE εξετάζει τη συλλογική συμπεριφορά πυκνών γκλουονικών πεδίων σε πυρήνες. Το STAR εξετάζει την τοπολογία των πεδίων και τη μεταφορά βαρυονικού αριθμού. Το BESIII αναζητά μια δεσμευμένη κατάσταση που θα αποτελείται κυρίως από τους ίδιους τους φορείς της δύναμης.
Μαζί, όμως, μετακινούν την έμφαση από το απλό σχολικό σχήμα «τρία κουάρκ που συγκρατούνται με κόλλα» σε μια πιο δυναμική περιγραφή:
Η QCD, επομένως, δεν περιγράφει απλώς μια δύναμη ανάμεσα σε ήδη υπάρχοντα σωματίδια. Περιγράφει πεδία που μπορούν να οργανώνουν την εσωτερική δομή των πρωτονίων και των πυρήνων, να μεταφέρουν κβαντικούς αριθμούς και ενδεχομένως να γίνονται τα ίδια παρατηρήσιμη ύλη.
Η πιο ασφαλής σύνθεση των ευρημάτων είναι ότι τα γκλουόνια είναι ενεργοί αρχιτέκτονες της ορατής ύλης. Το ALICE προσφέρει ενδείξεις για συλλογικό κορεσμό, το STAR για γλουονική τοπολογία που σχετίζεται με τον βαρυονικό αριθμό και το BESIII για μια κατάσταση που κυριαρχείται από glueball.
Δεν πρόκειται για τρεις ανεξάρτητες αποδείξεις μιας ενιαίας νέας θεωρίας. Πρόκειται για τρεις πειραματικές προσβάσεις σε διαφορετικές όψεις της ίδιας βαθιάς ιδέας: η ισχυρή δύναμη είναι πολύ πιο πλούσια από μια απλή «κόλλα» ανάμεσα σε κουάρκ.